24 Αυγ 2010

Η επίδραση της βόσκησης στην αναγέννηση του δάσους στη Δυτική Λέσβο

" Η επίδραση της βόσκησης στην αναγέννηση του δάσους της βαλανιδιάς (Quercus ithaburensis subsp. macrolepis) στη Δυτική Λέσβο "
Ε. Κουτσίδου, Κ. Χαλιός και Ν.Σ. Μάργαρης
Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Περιβάλλοντος, Τομέας Διαχείρισης Οικοσυστημάτων,
Λόφος Πανεπιστημίου, 811 00 Μυτιλήνη.

Περίληψη
Στις μεσογειακές περιοχές τα δάση βαλανιδιάς σήμερα χρησιμοποιούνται κυρίως ως βοσκότοποι.
Στόχος της εργασίας αυτής είναι να εξετάσει την επίδραση της βόσκησης στην αναγέννηση της βαλανιδιάς Quercus ithaburensis στη Δυτική Λέσβο. Επιλέχθηκαν δύο δημοτικά διαμερίσματα δειγματοληψίας, η Ανεμώτια, με την υψηλότερη πυκνότητα βόσκησης (0,9 μ.ζ.μ./στρ) και η Βατούσα με τη χαμηλότερη (0,18 μ.ζ.μ./στρ). Οι μετρήσεις έγιναν σε τριάντα τυχαίους σταθμούς έκτασης 1000m2 για κάθε μια από τις περιοχές, με δέκα μετρήσεις σε κάθε στάση έκτασης 100 m2. Σε κάθε δειγματοληπτική επιφάνεια μετρήθηκε ο αριθμός των αρτιφύτων ύψους έως 20 εκ., μικρών δενδρυλλίων ύψους από 20 έως 150 εκ. και δένδρων ύψους 150 εκ. και άνω. Στην κλάση ύψους έως 20 cm, περισσότερα αρτίφυτα βρέθηκαν στην περιοχή της Ανεμώτιας. Στη 2η και 3η κλάση λιγότερα ήταν τα δενδρύλλια στην περιοχή της Ανεμώτιας. Στο σύνολο των δένδρων, τα περισσότερα μετρήθηκαν στην περιοχή της Βατούσας. Στατιστικά σημαντική διαφορά βρέθηκε μεταξύ της πυκνότητας των δενδρυλλίων της 2ης κλάσης ηλικιών των δύο περιοχών μελέτης. Η αναγέννηση βρέθηκε να είναι εντονότερη στην περιοχή της Ανεμώτιας πιθανόν λόγω μειωμένου ανταγωνισμού για φως, υγρασία και θρεπτικά.

Λέξεις κλειδιά: Quercus ithaburensis subsp. macrolepis, αναγέννηση, βόσκηση.

Εισαγωγή
Πολλές μελέτες που έχουν γίνει σε διάφορα δασικά οικοσυστήματα στη μεσογειακή λεκάνη αναφέρουν ότι η υπερβόσκηση μπορεί να προκαλέσει σοβαρές καταστροφές στα οικοσυστήματα με κυρίαρχη αυτή της παρεμπόδισης της ανάπτυξης των αρτιφύτων (Quézel 1998, Quézel and Barbero 1990, Pinto-Correia 1993, Fraval and Villemant 1997, Montero and Canêllas 1999, Pulido et al. 2001, Mountfordand Peterken 2003, Plieninger et al. 2004).
Στις μεσογειακές περιοχές (Ισπανία, Πορτογαλία, Αλγερία, Μαρόκο, Κορσική, Τουρκία, Ιστραήλ και Ελλάδα) τα δάση δρυός σήμερα χρησιμοποιούνται κυρίως ως βοσκότοποι (Debussche et al. 2001, Joffre et al. 1999, Montero and Canêllas 1999, Wojterski 1990, Meddour 1993, Boyer et al. 1983, Davis 1982, Dufour-Dror J.-M, 2007, Παντέρα 2002). Το δυναμικό της φυσικής αναγέννησης της δρυός είναι τις περισσότερες φορές ισχυρό, καθώς οι διαθέσιμοι σπόροι είναι αρκετοί και η ζωτικότητά τους μεγάλη. Η βλάστηση των σπόρων συμβαίνει συνήθως σε ικανοποιητικό ποσοστό. Προβλήματα προκύπτουν επειδή η επιβίωση των φυταρίων παρεμποδίζεται πολλές φορές από τη βοσκή και τις πυρκαγιές. Ο ανταγωνισμός με τα άλλα είδη της υποβλάστησης επηρεάζει επίσης την επιτυχία εγκατάστασης της φυσικής αναγέννησης (Pantera and Papanastasis 2001).

Η μεγαλύτερη πίεση από τη βόσκηση ασκείται στα χαμηλά κλαδιά μέχρι 2 μ. περίπου (Fraval and Villemant 1997). Τα μεγάλα και μαλακά φύλλα της δρυός προτιμώνται ιδιαίτερα από τα χορτοφάγα ζώα σε σχέση με τα μικρά και σκληρά φύλλα των αείφυλλων σκληρόφυλλων ειδών (Blondel and Aronson 1999) ενώ τα βαλανίδια προτιμώνται από τα τρωκτικά (Leiva and Fernandez-Ales 2003). Είναι γενικά αποδεκτό, ότι το κρισιμότερο στάδιο του κύκλου αναγέννησης της δρυός είναι αυτό της εμφάνισης και της ανάπτυξης του αρτιφύτρου (Pulido and Dıàz 2005, Hester et al. 2000, Putman 1996). Αναφέρονται στη βιβλιογραφία επίσης θετικές επιπτώσεις της βόσκησης στην αναγέννηση της δρυός με τη μείωση που προκαλεί η αφαίρεση της ανεπιθύμητης βλάστησης του υπορόφου στον ανταγωνισμό για θρεπτικά, υγρασία και φως (Hall et al. 1992). Το φως στο στάδιο των σποροφύτων αποτελεί περιοριστικό παράγοντα για την επιβίωση και αύξηση αυτών (Tubbs 1977, Hanson 1986, Crow 1988). Οι Wuenscher and Kozlowski (1970), ανακάλυψαν ότι σε κάποια είδη δρυός δεν ολοκληρώθηκαν οι φωτοσυνθετικές διεργασίες μέχρι η πυκνότητα του φωτός να γίνει υψηλή (Wuenscher and Kozlowski 1970). Λίγες είναι οι μελέτες που προσπαθούν να ποσοτικοποιήσουν την επίδραση της βόσκησης στην αναγέννηση των δασών (Dufour-Dror 2007). Η πυκνότητα των αρτιφύτρων και των νεαρών φυταρίων σε δάση Quercus ithaburensis subsp. Macrolepis στο Ισραήλ βρέθηκε μικρότερη κατά 61% έως 67% σε περιοχές που υπήρχε πυκνότητα βόσκησης 0,7 μ.ζ.μ./ha σε σχέση με περιοχές που δεν υπήρχε βόσκηση ( Dufour-Dror 2007). Τα νεαρά φυτάρια της Quercus frainetto βρέθηκε να ανέρχονται σε 60±22,9 ανά μ2 εντός της μη βοσκούμενης επιφάνειας έναντι 27±17,6 στις βοσκούμενες επιφάνειες (Δημόπουλος και Bergmeier 2002).
Σκοπός της εργασίας ήταν να αξιολογήσει την επίδραση της βόσκησης στην πυκνότητα των φυταρίων της βαλανιδιάς.

Υλικά και μέθοδοι
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δύο (Ανεμώτια, Βατούσα) από τα έντεκα Δημοτικά Διαμερίσματα της Βορειοδυτικής Λέσβου όπου υπάρχουν δάση βαλανιδιάς Quercus ithaburensis subsp. macrolepis. Τα παραπάνω δύο Δημοτικά Διαμερίσματα έχουν τη μεγαλύτερη (Ανεμώτια μ.ο. 0,9 μ.ζ.μ./στρ.) και τη μικρότερη (Βατούσα μ.ο. 0,2 μ.ζ.μ./στρ.) πυκνότητα βόσκησης αντίστοιχα. Τα έτη αναφοράς για τον υπολογισμό της πυκνότητας βόσκησης ήταν ο αριθμός των αιγοπροβάτων τα έτη 2004, 2005, 2006 (Τμήμα Αγροτικής Ανάπτυξης Καλλονής Πίνακας IV) και η έκταση των βοσκοτόπων (ΕΣΥΕ 1991). Το δάσος βαλανιδιάς στην Ανεμώτια ανέρχεται στα 430,47 εκτάρια ενώ στη Βατούσα στα 784,21 εκτάρια (Εικόνα 1).


Οι μετρήσεις έγιναν σε τριάντα περιοχές – σταθμούς για κάθε μια από τις περιοχές. Σε κάθε σταθμό μετρήθηκαν οι βαλανιδιές σε έκταση 1.000 μ2. Για το σκοπό αυτό σε κάθε στάση πραγματοποιήθηκαν δέκα (10) μετρήσεις που κάθε μέτρηση περιελάμβανε έκταση 100 μ2 (Jha and Singh 1990). Σε κάθε επιφάνεια μετρήθηκε ο αριθμός φυτών βαλανιδιάς που περιέχονταν στις εξής τρεις κλάσεις ύψους: 1η: μέχρι 20 εκ. (νεαρά αρτίφυτα), 2η: από 20 έως 150 εκ. (μικρά δενδρύλλια) και 3η: υψηλότερα από 150 εκ. (δένδρα) Οι δειγματοληψίες έγιναν το καλοκαίρι του έτους 2007. Για τη στατιστική επεξεργασία των αποτελεσμάτων χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πακέτο SPSS 12.

Αποτελέσματα και συζήτηση
Τα αποτελέσματα των μετρήσεων δίνονται στον πίνακα 1. Στον πίνακα 2 δίνονται τα
αποτελέσματα των στατιστικών ελέγχων, ενώ στην εικόνα 2 δίνονται τα θηκογράμματα των
αποτελεσμάτων και το διάγραμμα μέσων όρων.


Στη Βατούσα η πυκνότητα των ώριμων δένδρων (3η Κλάση) είναι μεγαλύτερη κατά μέσο όρο (29,07 δένδρα/στρ.) από την πυκνότητα που εμφανίζεται στην Ανεμώτια (24,93 δένδρα/στρ.). Στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ της πυκνότητας των δένδρων των δύο περιοχών εμφανίζεται μόνο στη 2η Κλάση. Από τα στατιστικά δεδομένα και το θηκόγραμμα παρατηρούμε ότι:
1. Στη 1η Κλάση η Ανεμώτια (42,23 αρτ/στρ) εμφανίζει μεγαλύτερη πυκνότητα από τη Βατούσα (42,23 αρτ/στρ).
2. Υπάρχει μεγαλύτερη ετερογένεια στα τετράγωνα μεγάλης πυκνότητας σε όλες τις κλάσεις ηλικιών στη Βατούσα ενώ στην Ανεμώτια τα τετράγωνα εμφανίζονται πιο ομοιογενή.
3. Η διακύμανση των τιμών της πυκνότητας είναι μεγαλύτερη στην Ανεμώτια από τη
Βατούσα για την 1η Κλάση ηλικιών ενώ για τη 2η και 3η κλάση η διακύμανση των τιμών είναι μεγαλύτερη στη Βατούσα.
4. Η ύπαρξη ακραίων τιμών σε όλες τις κλάσεις δηλώνει το σημαντικό ρόλο που παίζει η κάθε περιοχή για την ανάπτυξη της βαλανιδιάς.
5. Στην Ανεμώτια υπάρχει σημαντική διαφορά στις πυκνότητες των δένδρων μεταξύ των κλάσεων γεγονός που δεν παρατηρείται στη Βατούσα.
6. Υπάρχει σημαντική συσχέτιση του αριθμού των ώριμων δένδρων και της αναγέννησης των δενδρυλίων στην Ανεμώτια γεγονός που δε συμβαίνει στη Βατούσα.

Συμπερασματικά η αναγέννηση φαίνεται να ευνοείται στην Ανεμώτια παρόλη την πίεση βοσκής, ίσως γιατί η χαμηλή πυκνότητα των ώριμων δένδρων και η μειωμένη ανταγωνιστικότητα που ασκούν τα ποώδη είδη λόγω βόσκησης, ευνοούν την ανάπτυξη των αρτιφύτρων της βαλανιδιάς. Σημειώνεται βέβαια ότι η διαφορά αυτή δεν είναι στατιστικά σημαντική. Την ισχυρότερη πίεση από τη βόσκηση δέχονται τα δενδρύλια της 2ης Κλάσης που παρόλο που είναι σε μεγαλύτερους αριθμούς ως αρτίφυτα (1η Κλάση) μειώνονται σε στατιστικά σημαντικό επίπεδο. Για τον ίδιο λόγο παρατηρείται διαφοροποίηση μεταξύ των κλάσεων των ηλικιών μόνο στην περιοχή της Ανεμώτιας. Η μεγαλύτερη ετερογένεια που παρουσιάζεται στη Βατούσα έμμεσα δηλώνει τη μικρότερη διαταραχή του δάσους της βαλανιδιάς στην περιοχή αυτή. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης φαίνεται ότι η βόσκηση επηρεάζει αρνητικά τα μέσης ηλικίας δενδρύλλια. Απαιτούνται βέβαια περισσότερες μελέτες που θα αποσαφηνίσουν ποιος είναι ο πιο κρίσιμος παράγοντας στην αναγέννηση της βαλανιδιάς, η μείωση του ανταγωνισμού του υπορόφου ή η ένταση του φωτός που φτάνει στο έδαφος. Φαίνεται ότι η ορθολογική προγραμματισμένη βόσκηση θα μπορούσε να ενσωματωθεί σε δασοπονικές διαχειριστικές πρακτικές.


Πηγή: “ΛΙΒΑΔΟΠΟΝΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ”
Πρακτικά 6ου Πανελλήνιου Λιβαδοπονικού Συνεδρίου, Λεωνίδιο Αρκαδίας, 2-4 Οκτ. 2008
Επιμέλεια έκδοσης: Κωνσταντίνος Θ. Μαντζανάς και Βασίλειος Π. Παπαναστάσης
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2008

http://www.elet.gr/uploads/6o%20praktika.pdf


Δεν υπάρχουν σχόλια: